Thursday, February 24, 2005

Μέγ/λη ΙΙ

Κυριακή και η πόλη έχει αγώνα. Ή μάλλον αγώνες. Ένα πανελλήνιο πρωτάθλημα δρόμου ή κάτι τέτοιο θα λάβει μέρος καιρού επιτρέποντος. Παρόλο που εγώ δε το θυμάμαι μου λένε ότι όποτε έχουμε έρθει εδώ βρέχει και μάλλον κάτι τέτοιο θα γίνει και σήμερα. Για την ώρα τα σύννεφα είναι λίγα. Όπως και να έχει ετοιμαζόμαστε με την ξαδέρφη και τους τρεις τρόμους να παρακολουθήσουμε το συμβάν - πρέπει να έχουν ερεθίσματα κι από αθλητισμό τα παιδιά άλλωστε. Ο σχηματισμός μας είναι μικρό-εγώ-μικρό-ξαδέρφη-μικρό πιασμένοι χέρι-χέρι που εγγυάται αυξημένο έλεγχο. Έξω, οι δρόμοι έχουν κλειστεί καταλλήλως για να οριστεί η διαδρομή. Στην κεντρική πλατεία όπου βρίσκεται η εκκίνηση έχει μαζευτεί κάποιος κόσμος - η ξαδέρφη μου λέει ότι είναι λίγοι. Μια κυρία με μικρόφωνο κάνει περιγραφή, αναγγέλει το πρόγραμμα, τους αθλητές και τα αγωνίσματα. Πότε-πότε πετάει και κάποιο κουτσομπολιό αν ο αθλητής τυχαίνει να είναι ντόπιος. Η ώρα περνάει με τα μικρά να αλωνίζουν στην πλατεία και να μαζεύονται στη γραμμή εκκίνησης όποτε κάποιος αγώνας ξεκινάει ή τελειώνει. Όταν έρθει η στιγμή της απονομής των βραβείων, ξεκινάει η όξινη βροχή (μια ευγενική προσφορά του διπλανού εργοστάσιου) και η τελετή μεταφέρεται σε κεντρικό εστιατόριο (!).

Εμεις, αποφασίζουμε να παμε για καφέ και αφού γίνουμε εντελώς μούσκεμα μέχρι να φτάσουμε στο αμάξι βρισκόμαστε να αντιμετωπίζουμε την ούτως ή άλλως χαοτική κίνηση των βρεγμένων δρόμων. Προορισμός το Σ. όπως και χτες. Απλωνόμαστε σε ένα τραπέζι και παραγγέλνουμε - σοκολάτες (μισές) για τα μικρά και καφέδες για μας. Μας έχει ακολουθήσει και η νύφη της ξαδέρφης μου με το δικό της εξάχρονο - τον οποίο πιάνω να με κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα παραπάνω από μια φορά - και μου το επιβεβαιώνει και η μητέρα του. Εντελώς εξωγήινος πρέπει να του φαίνομαι. Μετά τη σοκολάτα τους τα μικρά σχεδόν αυτοεξοστρακίζονται (προς μεγάλη χαρά μας και των φλυτζανιών καφέ που μάλλον θα επιβιώσουν τελικά των φρενήρων κινήσεων τους) σε δύο διπλανά τραπέζια με ένα τάβλι ανά ζευγάρι. Κάποια στιγμή η κοπέλα που δουλεύει στο μπαρ (κάτι που έχει διαφορά εν προκειμένω από την μπαργούμαν) μου κάνει νόημα ότι ένας εκ των τεσσάρων δοκιμάζει τη γεύση έχουν τα ζάρια (αυτό θα πεί καθήλωση στο στοματικό στάδιο)... Φτου κακό, δε το τρώμε το ζάρι και είτε λόγω της παραίνεσης είτε λόγω (έλλειψης) γεύσης σταματάει αμέσως. Τυχεροί οι επόμενοι ταβλαδόροι. Λίγο αργότερα έχουν τραβήξει την προσοχή δύο συνομήλικων κοριτσιών που τους κοιτάνε ντροπαλά - όλα σε τάξη δηλαδή.

Κατά το μεσημέρι γυρνάμε σπίτι για μεσημεριανό. Ευτυχώς τα μικρά πάνε στης μητέρας τους και μετά το φαγητό μπορώ να κοιμηθώ λιγάκι. Αν και δε το συνηθίζω να κοιμάμαι το μεσημέρι, ο ρυθμός εδώ σχεδόν το επιβάλλει. Τουλάχιστον δύο ώρες αργότερα ξυπνάω και φυλλομετράω τις κυριακάτικες. Ο ξάδερφος με τραβάει από το μανίκι για καφέ. Κάπως ανόρεχτα (σχεδόν πάντα έτσι είμαι αρκετή ώρα αφού ξυπνήσω το μεσημέρι) πάω. Το D. (special edition λέει η ταμπέλα) είναι ακόμα πιο καλαίσθητο από το προηγούμενο καφέ. Μινιμάλ αισθητική απαλά χρώματα, ζεστασιά και έχει και λευκή σοκολάτα. Τι άλλο θες; Θα έλεγα λίγο νεολαία αλλά σύντομα προσέχω ότι δε λείπει - απλά συνυπάρχει με (σχεδόν όλες) τις υπόλοιπες ηλικίες. Κάτι να κινείται τελοσπάντων. Εντύπωση μου έκανε επίσης το έθιμο σύμφωνα με το οποίο αν κάποιος κάτσει στο τραπέζι σου είσαι εσύ πρέπει να τον κεράσεις. Αντίστοιχα κι εσύ δεν πληρώνεις τίποτα αν συναντήσεις κάποιον γνωστό και κάτσεις στο τραπέζι του. Με δεδομένο όμως ότι όλοι ξέρουν τους πάντες τουλάχιστον ένα από τα δύο είναι σίγουρο ότι θα συμβεί. Επίσης, εννοείται ότι ένας φιλοξενούμενος (σαν κι εμένα) είναι αδύνατο να πληρώσει για οτιδήποτε. Από την άλλη, το ακριβότερο κοκτέιλ έχει 4.5 έψιλον...

Κανά δυο ώρες μετά γυρίζουμε για φαγητό. Δε πεινάω τρελλά αλλά τρώω περίπου δύο πιάτα ούτως ή άλλως. Είτε επειδή όλα είναι πολύ νόστιμα είτε επειδή έχει ανάψει η κουβέντα για τους παπάδες και τους δικαστικοί η ώρα περνάει γρήγορα. Όλοι έχουμε να πουν κάτι για την ιστορία του παιδιού του γείτονα ο οποίος 17 χρονών κλείστηκε σε μοναστήρι και όταν λίγα χρόνια αργότερα τον είδαν πάλι στη πόλη ήταν ο μισός και μετά από λίγο αρρώστησε και πολύ γρήγορα πέθανε και δεν αφήσαν τους δικούς του να τον δουν στο νοσοκομείο και στην κηδεία ήταν καλυμμένο όλο το σώμα του εκτός από το πρόσωπο του πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι είχε AIDS που μπορεί να το είχε κολλήσει από τα όργια που γίνονταν στο μοναστήρι και μνήστητι μου κύριε. Υπάρχει βέβαια και η ιστορία για τον τάδε 'μοναχό' που ήταν παρατρεχάμενος του ηγούμενου στο τοπικό μοναστήρι και κυκλοφορούσε με τζιπ και τον έβλεπες συχνά ανάμεσα σε κοσμικούς καθώς και η ιστορία ενός άλλου κοντινού μοναστηριού όπου ανάμεσα σε 5 καλόγριες ζει και ένα 55άχρονος και αναρωτιέσαι τι κάνει εκει - σκαλίζει τον κήπο μήπως; Γέλια... Το βράδυ κλείνει με μια παραδοσιακή παρτίδα μπιρίμπας και ύπνο - γιατί έχουμε και ταξίδι την άλλη μέρα.

Όταν πέφτω να κοιμηθώ και την επομένη στο ταξίδι σκέφτομαι το όλο διήμερο. Η κύρια αιτία που νιώθω να με καταπιέζει και να με διώχνει το μέρος είναι η έλλειψη ελευθερίας που πηγάζει από τους σαφείς κανόνες της κοινωνίας εκεί. Από το έθιμο του κεράσματος ως τους αργούς ρυθμούς (συγκριτικά με την πόλη) και από την νομοτέλεια του ο καθένας γνωρίζει τον άλλο αλλά και σχεδόν κάθε κίνηση του. Είτε αυτή γίνεται στη βραδυνή έξοδο είτε στη μεσημεριάτικη βόλτα. Επίσης διακρίνω - όχι βασιζόμενος στη Μέγ/λη - ότι όλοι κινούνται βάσει ενος προκαθορισμένου σεναρίου ως επί το πλείστον. Πρώτα θα μεγαλώσεις και ο ρόλος σου είναι συγκεκριμένος όσο είσαι παιδί. Μετά σχολείο και μετά εύρεση δουλειάς. Και δουλειά. Και ψυχαγωγεία έτσι και έτσι και έτσι: καφέδες στην πλατεία και εξόδοι τα Σαβ/κα, συχνότερα εντός των τοιχών, σπανιότερα στις μεγαλύτερες διπλανές πόλεις, πότε πότε σε πανηγύρια. Κάπου στα εικοσικάτι (ή και πιο πολύ αν είσαι αγόρι) κοιτάς να παντρευτείς (σχεδον για) να κάνεις παιδιά. Βρίσκεις έτερον ήμισυ, παντρεύεσαι, κάνεις παιδιά. Μεγαλώνεις τα παιδιά. Σαφής και εκεί ο ρόλος σου με λίγες δυνατότητες παραλλαγής (αν και τελευταία μου λένε ότι τα διαζύγια πληθαίνουν - ακόμα και εδώ). Γερνάς και σχεδόν αυτό είναι. Ο κύκλος έκλεισε και πάλι από την αρχή. Όλα αυτά μου φαντάζουν κάπως θλιμμένα - και έχω την εντύπωση (ψευδαίσθηση ίσως) ότι εδώ Αθήνα υπάρχει περισσότερη ελευθερία κινήσεων. Και επιλογών.

Είναι και αυτό. Τα ερεθίσματα. Σκέφτομαι όλον αυτόν τον κόσμο που περνάει τον καιρό του κάνοντας τι; Δουλεύοντας ναι και πίνοντας και χορεύοντας σε μπαρ και πανυγήρια. Κάποιος μπορεί να ασχοληθεί με τα κοινά ή με ένα σπορ. Αλλά σπάνια μπαίνει κάτι καινούριο στο οπτικό του πεδίο. Έτσι διασθάνομαι. Ακόμα και η τηλεόραση (ένα κατεξοχήν παράθυρο για το 'κάτι άλλο') νομίζω απλά αναπαράγει ότι έχουν στο νου τους ούτως ή άλλως - αν όχι κάτι πιο γκλάμορους στο οποίο πρέπει να σκοπεύσουν. Και φυσικά αυτό το κλειστό σύστημα γίνεται λίγο πολύ απολύτως αποδεκτό από τους κατοίκους της κωμοπόλης - είναι το γνώριμο οικοσύστημα τους. Είναι μέσα του και ακόμα και αν αντιληφθούν την ύπαρξη κάτι άλλου εκτός του, είναι δύσκολο να επηρεαστούν ουσιαστικά - τόσο δηλαδή που να αλλάξει κάπως η ζωή τους. Δεν εννοώ δηλαδή απλά να μάθουν ένα κομμάτι τρίβια για το 'εκεί έξω', για το 'κάπου αλλού'.

Και φσκα το άλμα από την κωμόπολη στην πόλη είναι μικρό και εύκολο. Τα ίδια ισχύουν και για μένα σύμφωνα με ένα Λονδρέζο ή ένα Νεουορκέζο. Και αυτό είναι ελαφρώς τρομακτικό.

2 Comments:

Blogger diafanos said...

α. Το παρόν:)

β. Εννοώ ότι όσα ισχύουν για μένα (όντας της πόλης) ως προς την κωμόπολη, ισχύουν αντίστοιχα (κάνοντας ένα μικρό διανοητικο ακροβατισμό/άλμα) για κάποιον από μια μεγαλύτερη πόλη (μητρόπολη) που κοιτάει την Αθήνα.

γ. Ναι, θεωρούμε ότι αν βρεθείς σε ένα άλλο περιβάλλον τουλάχιστον κάνεις μια προσπάθεια να επηρεαστείς από αυτό. Καθόλου δεδομένο δεν είναι κάτι τέτοιο φσκα.

δ. Αν έχεις ζήσει στη μητρόπολη, μετά οι 2 σκάλες πιο κάτω αναρωτιέμαι τι μπορούν να σου προσφέρουν. Ίσως η μητρόπολη εκτός από υψηλότερα στην ιεράρχηση μεγέθους είναι και υπερσύνολο οσον αφορά τα ερεθίσματα που μπορεί να σου προσφέρει.

Sat Feb 26, 09:27:00 PM 2005  
Blogger evee said...

α. μόλις το είδα :)

β. δεν είχα καταλάβει αυτό. Συμφωνώ.

γ. ναι, δεν είναι δεδομένο πως είσαι έτοιμος να προσαρμοστείς. Ακόμη και να΄σαι όμως δεν ξέρεις πως θα εξελιχθεί στην πορεία.

δ. Βασικά συμφωνώ και εδώ. Δεν θα μιλήσω για τον εαυτό μου καθότι δεν το βρίσκω δόκιμο, αφού και εγώ βρίσκομαι στην ίδια διαδικασία. Γνωρίζω όμως κόσμο, με σπουδές και εργασία για πολλά χρόνια στο εξωτερικό (Γαλλία, Αγγλία και Η.Π.Α. συγκεκριμμένα) που συνειδητά επιστρέψαν στην Ελλάδα, με ψυχρό κεφάλι. Όχι δεν είναι φανατικοί του μουσακά και των μπουζουκιών. Ούτε της γραφειοκρατείας ή της κίνησης στο κέντρο. Τους εκτιμώ όμως πολύ και τους ρώτησα λοιπόν -μπερδεμένη ούσα- πριν λίγο καιρό να μου πουν το γιατί. Τολμώ μια συρρίκνωση απαντήσεων:

-υψηλή ποιότητα ζωής, λιγότερα ερεθίσματα όμως(λύση: τακτικές επισκέψεις στις εκάστοτε μητροπόλεις, στις οποίες διατηρούν φυσικά και φιλικές επαφές)

-η εθνικότητα(σοκ, μετά από 10 και 20 χρόνια?)... σύμφωνα με αυτά, αν εξαιρέσεις τις ΗΠΑ, στη γηραιά Ευρώπη, αν θες να ανέβεις σε υψηλές θέσεις, μετράει ΚΑΙ το αν είσαι ντόπιος, μιλάω για ιατρική και Γαλλία εδώ, δλδ δεν ξέρω τι παίζει παραπέρα(πρόσφατο περιστατικό στο UCL master που έκανα το επιβεβαίωσε και για την Αγγλία .... μαλακίες ίσως.. τι να πω? δεν θέλω να το πιστέψω μάλλον)

-λοιποί προσωπικοί λόγοι

I guess λοιπόν ότι είναι προσωπικό το θέμα.
Και για να μιλήσω για μένα, εγώ δεν αντέχω να νιώθω ότι πνίγομαι: ότι περιορίζομαι. Η ελευθερία επιλογής νομίζω ότι είναι ό,τι σημαντικότερο. Ούτε η πληθώρα ερεθισμάτων θέλω να αποτελούν μια ιδιότυπη δέσμευση για μένα(τι ωραίο tripάκι όμως), ούτε τα γεωγραφικά, ηλικιακά και λοιπά -δήθεν- όρια.

Λόγια. Το μέλλον θα δείξει.

Sun Feb 27, 12:30:00 AM 2005  

Post a Comment

<< Home