Wednesday, May 10, 2006

Μη κοιτάξεις κανέναν στα μάτια.

Είχε στρίψει στο δρόμο του στόχου αποφασισμένος. Όλα μέσα του ήταν διαυγή. Ήθελε να παραμείνει απόλυτα συγκεντρωμένος. Το μόνο που επαναλάμβανε άτονα από μέσα του ήταν: «Μη κοιτάξεις κανέναν στα μάτια.» Ήταν το τελευταίο που του είχαν τονίσει, όλα τα υπόλοιπα θα ερχόταν από μόνα τους. Ναι, για το τελευταίο ήταν σίγουρος, το είχαν προβάρει τόσες φορές, που ακόμα και στον ύπνο του μπορούσε να εκτελέσει το σχέδιο. Το μόνο που έπρεπε να κάνει λοιπόν είναι να μη συναντήσει κάποιο βλέμμα στα λίγα βήματα που του είχαν απομείνει, οπότε χαμήλωσε τα μάτια.

Το βλέμμα του κατεβαίνοντας συνάντησε αυτό ενός αγοριού. Το μυαλό του πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο, ίσως και το βήμα του να αιωρήθηκε για λίγο. Μόλις, όμως, το πόδι του ακούμπησε στο έδαφος η σκέψη του είχε γυρίσει 9 χρόνια πίσω. Η ανάμνηση τον κατέκλυζε, έβλεπε τον εαυτό του στα όγδοα του γενέθλια. Είχε βγει με τους γονείς του βόλτα, τον είχαν στη μέση κρατώντας τον και οι δύο από το χέρι. Να, όπως κρατούσαν και το παιδί μπροστά του, ο πατέρας του δεξιά και η μάνα του αριστερά. Ξανάνιωνε την ίδια αγαλλίαση που ένιωθε και τότε. Όχι, έπρεπε να ξεκολλήσει από εκείνη την ανάμνηση. Το βλέμμα του σηκώθηκε στον ουρανό. Ήταν καθαρός ανοιξιάτικος, ήταν όπως και εκείνη τη μέρα.

Ο κρότος, ο κρότος εκείνος ξαναντήχησε μέσα στο κεφάλι του. Θυμήθηκε το σώμα του να βρίσκεται καταγής καλυμμένο από το σώμα της μάνας του. Είχε βάλει όλη του τη δύναμη για να ξεσύρει το σώμα του από κάτω της. Τον πατέρα του δεν τον έβλεπε, ο τόπος γύρω του ήταν γεμάτος κομματιασμένη σάρκα και αίμα. Αυτός ήταν γονατιστός. Τα δάχτυλά του προσπαθούσαν να φράξουν το ανοιχτό κρανίο της μάνας του. Προσπαθούσε να συγκρατήσει τα κομμάτια που βγαίναν από μέσα. Έκλαιγε, έκλαιγε ασυγκράτητα.

Τα μάτια του, τώρα, είχαν βουρκώσει, τα δάκτυλά του κινήθηκαν προς τον διακόπτη. Ελάχιστα βήματα ακόμα. Ένιωθε τον αντίχειρά του να χαϊδεύει τον διακόπτη. Το μυαλό του ξανακύλησε πίσω. Θυμήθηκε πως το κλάμα του είχε σταματήσει απότομα. Του φάνηκε το ίδιο παράξενη η αιτία όπως και κάθε φορά που το είχε ανακαλέσει από τότε. Ήταν που όλα γύρω του του είχαν φανεί να έχουν μετατραπεί σε ένα ολάνθιστο λιβάδι. Ένα λιβάδι μόνο από κόκκινα λουλούδια. Παπαρούνες ήταν μάλλον. Σίγουρα παπαρούνες ήταν.

Φωνές τον γύρισαν στο παρόν, φωνές τρόμου, αλλά πόσο μακρινές έμοιαζαν, όπως και τότε εξάλλου. Ο κόσμος είχε αρχίσει να τρέχει μακριά του, τι τρέξιμο ήταν αυτό όμως, αργό, πολύ αργό. Άκουσε και φωνές άγριες. Κάνες εμφανίστηκαν γύρω του, αλλά μακριά και οι κάνες και οι φωνές.

Είδε το παιδί σε μια αγκαλιά να απομακρύνεται από κοντά του. Είδε το παιδί να τον κοιτά πάνω από έναν ώμο. Οι κάνες πλησίαζαν απειλητικές. Εισπνοή, τρία βήματα. Το βλέμμα του καρφώθηκε μέσα σε αυτό του παιδιού. Μα, ναι, το παιδί του χαμογελούσε. Εκπνοή, δύο βήματα. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, πόσο του άρεσε η άνοιξη. Εισπνοή, ένα βήμα. Κοίταξε ευθεία μπροστά. Χαμογέλασε. Εκπνοή, κανένα βήμα.

Labels:

4 Comments:

Blogger Thrass said...

Είσαι ένα όνειρο.
Στις ταραγμένες σου ματιές ξεχνιέμαι.
Είσαι ένα όνειρο.
Στα θαύματα, στους πόθους σου ξενύχτης τριγυρνώ.

Σ. Μάλαμας, Όνειρο.

Wed May 10, 11:45:00 AM 2006  
Blogger ggl said...

Όταν διάβασα τους στίχους του Μάλαμα, μου ήρθε συνειρμικά το “Once upon a time in America” του Sergio Leone. Ο Sergio λοιπόν ανοίγει το έργο με τον De Niro να καπνίζει όπιο και το κλείνει με τον De Niro πίσω από ένα υφαντό να κοιτάει χαμογελώντας τον θεατή υπό την επήρεια της ουσίας. Σα να υπονοεί ότι όλη η ταινία ήταν ένα όνειρο οπίου. Ίσως και η ιστορία μου να ήταν το σχέδιο «που ακόμα και στον ύπνο του μπορούσε να εκτελέσει», ίσως για αυτό να σκεφτόταν τις παπαρούνες.

Wed May 10, 12:58:00 PM 2006  
Blogger Παράξενος said...

πολύ ενδιαφέρον ggl, σαν απόσπασμα από βιβλίο...

Sat May 13, 12:45:00 PM 2006  
Blogger ggl said...

Ευχαριστώ παράξενε για τη φιλοφρόνηση. Αν ήταν απόσπασμα θα έδινα την παραπομπή.

Sat May 13, 02:16:00 PM 2006  

Post a Comment

<< Home